ενεστώτας set up
γ΄ ενικό ενεστώτα sets up
αόριστος set up
παθητική μετοχή set up
ενεργητική μετοχή setting up

  Ετυμολογία

επεξεργασία
set up < → δείτε τις λέξεις set και up

set up (en)

  1. (μεταβατικό) τακτοποιώ, παρέχω σε κάποιον τα χρήματα ή άλλα μέσα που χρειάζεται για να κάνει κάτι
    I am setting up my friend with a job
    Τακτοποιώ το φίλο μου σε μια δουλειά
     συνώνυμα: fix up
  2. (μεταβατικό) ιδρύω, δημιουργώ κάτι ή το ξεκινάω
    I set up a business.
    Ιδρύω μια επιχείρηση.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη found
  3. (μεταβατικό) οργανώνω, διοργανώνω, κανονίζω να γίνει κάτι
    I am setting up a meeting - διοργανώνω μια συγκέντρωση
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη organize
  4. στήνω, ετοιμάζω κάτι για χρήση
  5. διευθετώ, διατάσσω
     συνώνυμα: arrange, to arrange objects
  6. διαμορφώνω συνθήκες παγίδας, στήνω
     συνώνυμα: hoax, trap
  7. διατάσσω/παρατάσσω/στήνω/συνδέω εξοπλισμό λειτουργικά

Συγγενικά

επεξεργασία