Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐφίστημι < (ἐπί) ἐφ- + ἵστημιδείτε και τις σημειώσεις στο ἐπίσταμαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐφίστημι-ἐφιστῶ ( μέσο και παθητ. ἐφίσταμαι)

  1. στήνω επάνω, βάζω πάνω, τοποθετώ
    ξύλινον τεῖχος ξυνθέντες καὶ ἐπιστήσαντες τῷ ἑαυτῶν τείχει (έστησαν ξύλινο πλαίσιο πάνω στα τείχη)
    φρουροὺς ἐπεστησάμην (τοποθέτησα φρουρά)
  2. (μεταφορικά) βαρύνω, πλακώνω, για κάτι που πέφτει στις πλάτες κάποιου
    μόχθων τῶν ἐφεστώτων ἐμοί
  3. κάνω κάτι, κάποιον να σταθεί, σταματώ άλλον ή σταματώ εγώ, σταματώ αυτό που κάνω
    ἐπιστὰς περιέμεινα
    τοῦ με τήνδ᾽ ἐφίστασαι βάσιν; (γιατί με σταμάτησες, γιατί με έκανες να σταθώ;)
    ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε ἐφιστάμενος (ο στρατός έκανε κατά καιρούς στάσεις)
  4. διορίζω, ορίζω
  5. ιδρύω
  6. (μέσο και παθητικό) ἐφίσταμαι: στέκομαι, κάνω στάση, σταματώ, επιπολάζω, επιστατώ, στέκομαι κοντά, συγκεντρώνομαι (το μυαλό μου) -ο μέσος αόριστος είναι και μεταβατικός

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  ΠηγέςΕπεξεργασία