Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλακώνω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

πλακώνω

  1. (μεταβατικό) καλύπτω, σκεπάζω:
    • τελείως, από όλες
    • από την πάνω μεριά, με βαρύ αντικείμενο που μπορεί να προκαλέσει και σύνθλιψη
  2. (μεταβατικό) κάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό
    • τρώω κάτι υπερβολικά
    πλάκωσε την τυρόπιτα και δεν άφησε τίποτα
    • (από τις εκφράσεις: πλακώνω στο ξύλο, στις μπουνιές κλπ.) δέρνω υπερβολικά
  3. (μεταφορικά) προκαλώ δυσφορία
    με πλακώνει το στήθος μου
    τον πλακώνει η ανησυχία για το μέλλον
  4. (αμετάβατο) προκύπτω ή έρχομαι ξαφνικά και συνήθως μαζικά
    πλάκωσαν οι τζαμπατζήδες
    πλάκωσε το καλοκαίρι

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία