Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δέρνω < αρχαία ελληνική δέρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈðɛɾ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

δέρνω (παθητικό δέρνομαι)

  1. χτυπάω κάποιον με το χέρι ή με άλλο όργανο
     συνώνυμα: βαρώ, καταχερίζω, ξυλοφορτώνω, ξυλοκοπώ, χειροδικώ,βιαιοπραγώ,ραπίζω
    κάποιοι αλήτες τον έδειραν για πλάκα
  2. εκτίθεμαι σε κάτι που πέφτει πάνω μου με ορμή
     συνώνυμα: ριπίζω
    η χιονοθύελλα τους έδερνε πολλή ώρα, μέχρι να φτάσουν στο καταφύγιο
  3. βάζω κάποιον σε ταλαιπωρίες, προκαλώ σε κάποιον δεινά
     συνώνυμα: βασανίζω, παιδεύω, ταλαιπωρώ, τυραννώ
    τους έχει δείρει η θλίψη κι η μοναξιά
  4. για αρνητική ή ανεπιθύμητη ιδιότητα: χαρακτηρίζω
    τι εγωισμός σας δέρνει!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δέρνω < αρχαία ελληνική δέρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

δέρνω

  1. ισχύουν οι περισσότεροι ορισμοί της λέξης των νέων ελληνικών
  2. επιτίθεμαι, χτυπώ (συχνή χρήση σε μεσαιωνικά κείμενα με αναφορές σε τείχη, κάστρα και παρόμοια)
    ※ Όλα τα κάστρα τα 'δα κι όλα τα 'δειρα
    βρ' αμάν αμάν αμάν κι όλα τα 'δειρα
    κι όλα τα 'δει- τα 'δειρα, Φραγκοπούλα και Pωμιά.
    Σαν της Ωριάς το κάστρο, κάστρο δεν είδα
    (Από το τραγούδι το «Κάστρο της Ωριάς», συρτό Πελοποννήσου από την Αρκαδία)
    (Ο ανώνυμος τραγουδιστής στην προκειμένη περίπτωση παραπονείται ότι είδε και χτύπησε όλα τα κάστρα, για να τα κυριεύσει, αλλά δεν βρήκε «σαν της Ωριάς το κάστρο»)