Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
beat beats

beat (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας beat
γ΄ ενικό ενεστώτα beats
αόριστος beat
παθητική μετοχή beat, beaten
ενεργητική μετοχή beating
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

beat (en)

  1. χτυπώ
  2. την λέω σε κάποιον, κριτικάρω σφοδρά
  3. (μεταφορικά) φτάνω πριν από κάποιον άλλον
  4. (χυδαίο) αυνανίζομαι

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία