Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
hit hits

hit (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας hit
γ΄ ενικό ενεστώτα hits
αόριστος hit
παθητική μετοχή hit
ενεργητική μετοχή hitting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

hit (en)

  1. χτυπάω/χτυπώ
    He fell and hit his head on a step.
    Έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του σ‘ένα σκάλι.
     συνώνυμα:  beat, knock και strike

ΕκφράσειςΕπεξεργασία