Δείτε επίσης: ὁρμή

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ορμή οι ορμές
      γενική της ορμής των ορμών
    αιτιατική την ορμή τις ορμές
     κλητική ορμή ορμές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορμή < (λόγιο) αρχαία ελληνική ὁρμή
(όρος φυσικής) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική impulsion
(όρος ψυχολογίας) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική élan[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔɾˈmi/
συλλαβισμός: ορ‐μή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορμή θηλυκό

  1. η κίνηση με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένο σημείο
  2. (φυσική) διανυσματικό φυσικό μέγεθος το οποίο ισούται με το γινόμενο της μάζας ενός αντικειμένου επί την ταχύτητά του και συμβολίζεται διεθνώς με το λατινικό γράμμα p
  3. πρωταρχική ψυχική δύναμη που ωθεί έναν ζωντανό οργανισμό προς ενέργειες που αποσκοπούν στην επιβίωση, την αναπαραγωγή του είδους κλπ, ένστικτο
    κάποια φάρμακα γι' αυτό το σκοπό επιφέρουν σοβαρές παρενέργειες, όπως μόνιμη μείωση παραγωγής σπέρματος και πτώση της σεξουαλικής ορμής[2]

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία