Δείτε τις παραλλαγές: ελληνικά: p, P, ελληνικό Ρ

Διεθνείς όροιΕπεξεργασία

πι λατινικό πεζό
p
p decimal
p Unicode (U+0070)
LATIN SMALL LETTER P
← o δείτε και το κεφαλαίο P
& το ελληνικό ρο Ρ
q →

  Ετυμολογία Επεξεργασία

p < (άμεσο δάνειο) λατινική p < κεφαλαίο P (γράμμα)
 
Μουσικό σύμβολο piano.

  ΣύμβολοΕπεξεργασία

p

  1. (μονάδα μέτρησης) συντομογραφία του προθήματος μονάδας pico-
  2. (μουσική) πλάγιο p σύμβολο του πιάνο (piano ιταλικά), σιγανά, να εκτελεστεί σιγανά

Αζεριανά (az)Επεξεργασία

  ΧαρακτήραςΕπεξεργασία

p

  p

  • γράμμα του αζεριανού αλφάβητου
  • γράμμα του αζεριανού κυριλλικού αλφάβητου
Αζεριανό αλφάβητο
Αραβικό Λατινικό Κυριλικό Λατινικό IPA
—1918 1918—-1939 1958—-1991 1991—
پ P p П п P p
ΔΦΑ : /p/



λατινικάΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

p, τροποποίηση του κεφαλαίου P

  ΣύμβολοΕπεξεργασία

p πεζό (κεφαλαίο: P)

  • (γράμμα) το 16ο γράμμα του λατινικού αλφαβήτου, και των αλφαβήτων γλωσσών που το χρησιμοποιούν
    → δείτε τη λέξη p (διεθνής, διαγλωσσική χρήση)