Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορμητήριο ορμητήρια
γενική ορμητηρίου ορμητηρίων
αιτιατική ορμητήριο ορμητήρια
κλητική ορμητήριο ορμητήρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορμητήριο < ορμη- (< ορμώ) + -τήριο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔɾ.mi.ˈti.ɾi.ɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορμητήριο ουδέτερο

  • το μέρος από όπου ξεκινά κάποιος για τις ενέργειές του, παράνομες ή όχι
τα απόμερα νησιά ήταν ανέκαθεν ορμητήριο των πειρατών
το σπίτι στο νησί θα ήθελα να γίνει το ορμητήριό μας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία