Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὁρμάω < ὁρμή

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὁρμάω-ὁρμῶ

  1. βάζω σε κίνηση, παρακινώ, ξεσηκώνω
  2. ξεκινώ, αρχίζω
  3. βιάζομαι, σπεύδω