Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

base (en)

  1. η βάση, το θεμέλιο (ενός κτηρίου ή ενός συλλογισμού)
  2. η στρατιωτική βάση
  3. (χημεία) η βάση
  4. (μαθηματικά) η βάση ενός τριγώνου· η βάση ενός λογαρίθμου

  ΡήμαΕπεξεργασία

base (en)

  1. βασίζω, στηρίζω
  2. εδρεύω, έχω τη έδρα μου, τη βάση μου

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /bɑːz/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
base bases

base (fr) θηλυκό



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
base bases

base (es) θηλυκό

  1. βάση