Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ένστικτο ένστικτα
γενική ενστίκτου ενστίκτων
αιτιατική ένστικτο ένστικτα
κλητική ένστικτο ένστικτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ένστικτο < γαλλική instinct < λατινική instinctus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος instinguo < stinguo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stengʷ- / *stegʷ- (ωθώ, σπρώχνω) (συγγενικό: αρχαία ελληνική στίζω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'ɛn.sti(ŋ).ktɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ένστικτο ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία