Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διαίσθηση οι διαισθήσεις
      γενική της διαίσθησης
& διαισθήσεως
των διαισθήσεων
    αιτιατική τη διαίσθηση τις διαισθήσεις
     κλητική διαίσθηση διαισθήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαίσθηση < ελληνιστική κοινή διαίσθησις < αρχαία ελληνική διαισθάνομαι < διά + αἰσθάνομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ewisd- < *h₂ew- (βλέπω, παρατηρώ) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική intuition)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.ˈɛs.θi.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαίσθηση θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία