Δείτε επίσης: αισθάνομαι

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αἰσθάνομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂ewisd- < *h₂ew- (βλέπω, παρατηρώ)

  ΡήμαΕπεξεργασία

αἰσθάνομαι

  • αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία