Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στίζω (χαράζω τατουάζ)

  ΡήμαΕπεξεργασία

στίζω (παθητική φωνή: (σπάνιο) στίζομαι)

  1. (λόγιο) τοποθετώ σε γραπτό κείμενο κάποιο σημείο στίξης (τελεία, θαυμαστικό κ.λπ.)
  2. (λόγιο) δημιουργώ στίγματα σε μια επιφάνεια
     συνώνυμα: διαστίζω, στιγματίζω
  3. (ειδικότερα) χαράζω τατουάζ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

θέμα στιζ-

θέμα στιγμ-

θέμα στικτ-

θέμα στιξ-

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στίζω < πρωτοελληνική stiďďō (Χρειάζεται τεκμηρίωση…) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *steyg- (τρυπώ, διατρυπώ, νύσσω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

στίζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

θέμα στιζ-

θέμα στιγμ-

θέμα στιγ-

θέμα στικτ-

θέμα στιξ-

  ΠηγέςΕπεξεργασία