Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στιγματίζω < στίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

στιγματίζω

Οι Ναζί στιγμάτιζαν με κωδικούς τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Στιγματίζουμε την επιπολαιότητα των άλλων.
Ο άνθρωπος αυτός έχει στιγματίσει την εξέλιξη των πραγμάτων.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία