Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στιγματισμένος η στιγματισμένη το στιγματισμένο
      γενική του στιγματισμένου της στιγματισμένης του στιγματισμένου
    αιτιατική τον στιγματισμένο τη στιγματισμένη το στιγματισμένο
     κλητική στιγματισμένε στιγματισμένη στιγματισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στιγματισμένοι οι στιγματισμένες τα στιγματισμένα
      γενική των στιγματισμένων των στιγματισμένων των στιγματισμένων
    αιτιατική τους στιγματισμένους τις στιγματισμένες τα στιγματισμένα
     κλητική στιγματισμένοι στιγματισμένες στιγματισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στιγματισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στιγματίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

στιγματισμένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία