Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταλαιπωρώ < αρχαία ελληνική ταλαιπωρῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ταλαιπωρώ

  1. κουράζω πολύ, σωματικά ή ψυχικά
    Μη τον ταλαιπωρείς τον άνθρωπο, κρίμα είναι!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία