Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γδέρνω < μεσαιωνική ελληνική εγδέρνω < αρχαία ελληνική ἐκδέρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɣðɛ.ɾnɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

γδέρνω

  1. αφαιρώ εξολοκλήρου το δέρμα από ένα νεκρό ζώο
  2. προκαλώ με αιχμηρό αντικείμενο ένα γδάρσιμο
  3. (μεταφορικά) παίρνω πολλά χρήματα από κάποιον πουλώντας του κάτι σε υπερβολική τιμή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία