Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαρακτηρίζω < ελληνιστική κοινή χαρακτηρίζω < αρχαία ελληνική χαρακτήρ < χαράσσω

  ΡήμαΕπεξεργασία

χαρακτηρίζω

  1. εντάσσω κάποιον ή κάτι σε μια κατηγορία βάσει κάποιων ιδιαίτερων γνωρισμάτων ή ιδιοτήτων του, τον διακρίνω, τον ξεχωρίζω από άλλους ή άλλα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία