Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ερμηνεύω < αρχαία ελληνική ἑρμηνεύω < ἑρμηνεύς < Ἑρμῆς

  ΡήμαΕπεξεργασία

ερμηνεύω

  1. προσπαθώ να επεξηγήσω κάτι, βασιζόμενος στις δικές μου γνώσεις και πιστεύω
  2. {θέατρο, μουσική, κ.α.) αποδίδω ένα έργο
  3. μεταφράζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία