Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δαρμός οι δαρμοί
      γενική του δαρμού των δαρμών
    αιτιατική τον δαρμό τους δαρμούς
     κλητική δαρμέ δαρμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δαρμός < ελληνιστική κοινή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δαρμός αρσενικό

  1. η ενέργεια του δέρνω, το δάρσιμο, ο ξυλοδαρμός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία