Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσβάλλω < αρχαία ελληνική προσβάλλω < πρός + βάλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προσβάλλω, παθ.φωνή: προσβάλλομαι, παθ. μτχ.: προσβεβλημένος

  1. επιτίθεμαι
    • (για ασθένειες ή μικροργανισμούς που τις προκαλούν)
      νέο βακτήριο προσβάλλει τα εσπεριδοειδή
  2. επιτίθεμαι λεκτικά σε κάποιον, τον εξυβρίζω ή τον υποτιμώ ή κάνω κάτι και τον θίγω
    οι χαρακτηρισμοί αυτοί με προσβάλλουν, θίγουν την τιμή και την αξιοπρέπειά μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία