Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσβάλλω
(όροι ασθένειας και αμφισβήτησης) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική attaquer
(όρος λεκτικής επίθεσης) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική offenser[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾoˈzva.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προ‐σβάλ‐λω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προσβάλλω, παθ.φωνή: προσβάλλομαι, παθ. μτχ.: προσβεβλημένος

  1. επιτίθεμαι
    • (για ασθένειες ή μικροργανισμούς που τις προκαλούν)
      νέο βακτήριο προσβάλλει τα εσπεριδοειδή
  2. επιτίθεμαι λεκτικά σε κάποιον, τον εξυβρίζω ή τον υποτιμώ ή κάνω κάτι και τον θίγω
    οι χαρακτηρισμοί αυτοί με προσβάλλουν, θίγουν την τιμή και την αξιοπρέπειά μου
  3. αμφισβητώ τη νομιμότητα ή την εγκυρότητα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία