Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευπρόσβλητος < ευ- + προσβάλλω (παθ.αόρ. προσβλή-θηκα) + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ευπρόσβλητος, -η, -ο

  1. που εύκολα μπορεί κανείς να του επιτεθεί αποτελεσματικά

ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία