Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσβάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος προσβάλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προσβάλλομαι

  1. θίγομαι από ενέργειες άλλων ηθικά και ψυχικά
    Δεν του ξαναμιλάω! Προσβλήθηκα πολύ από τη συμπεριφορά του!
  2. θίγομαι σωματικά από ιό ή μικρόβιο
    προσβλήθηκε από γρίπη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία