Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσβολή προσβολές
γενική προσβολής προσβολών
αιτιατική προσβολή προσβολές
κλητική προσβολή προσβολές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσβολή < αρχαία ελληνική προσβολή < προσβάλλω

  Προφορά

ΔΦΑ : /pɾɔ.zvɔ.ˈli/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσβολή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσβάλλω· η φυσική, λεκτική ή ηθική επίθεση ή βιαιοπραγία ή κτύπημα που έχει σα σκοπό να καταστρέψει, συνήθως:
    • κάποιον στρατιωτικό στόχο
      η προσβολή των εχθρικών θέσεων με πυρά πυροβολικού άρχισε στις 6 το πρωί
    • την υγεία
      η πληγή που έμεινε ανοιχτή είχε σαν αποτέλεσμα την προσβολή της υγείας του ατόμου από διάφορα βακτηρίδια
    • της ηθική και την αξιοπρέπεια
      δεν έχει ξεπεράσει ακόμα την προσβολή που του έγινε από τον γείτονα επάνω στο γλέντι
  2. (νομικός όρος) αμφισβήτηση της εγκυρότητας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία