↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δαρμένος η δαρμένη το δαρμένο
      γενική του δαρμένου της δαρμένης του δαρμένου
    αιτιατική τον δαρμένο τη δαρμένη το δαρμένο
     κλητική δαρμένε δαρμένη δαρμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δαρμένοι οι δαρμένες τα δαρμένα
      γενική των δαρμένων των δαρμένων των δαρμένων
    αιτιατική τους δαρμένους τις δαρμένες τα δαρμένα
     κλητική δαρμένοι δαρμένες δαρμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
δαρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου δέρνω

δαρμένος

  • που τον έχουν δείρει, τον έχουν χτυπήσει

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία