Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δαρμένος δαρμένη δαρμένο
γενική δαρμένου δαρμένης δαρμένου
αιτιατική δαρμένο δαρμένη δαρμένο
κλητική δαρμένε δαρμένη δαρμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δαρμένοι δαρμένες δαρμένα
γενική δαρμένων δαρμένων δαρμένων
αιτιατική δαρμένους δαρμένες δαρμένα
κλητική δαρμένοι δαρμένες δαρμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

δαρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δέρνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

δαρμένος

  1. που τον έχουν δείρει, τον έχουν χτυπήσει

  Δείτε επίσης Επεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία