Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.kʁa.ze/
écraser 

  ΡήμαΕπεξεργασία

écraser (fr)

une voiture l'a écrasé - τον πάτησε αυτοκίνητο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία