Δείτε επίσης: ἐφιστῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εφιστώ < ελληνιστική κοινή ἐφιστάω / ἐφιστῶ / ἐφιστάνω < αρχαία ελληνική ἐφίστημι < ἐπί + ἵστημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stísteh₂- < *steh₂-

  ΡήμαΕπεξεργασία

εφιστώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία