Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παθητικός η παθητική το παθητικό
      γενική του παθητικού της παθητικής του παθητικού
    αιτιατική τον παθητικό την παθητική το παθητικό
     κλητική παθητικέ παθητική παθητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παθητικοί οι παθητικές τα παθητικά
      γενική των παθητικών των παθητικών των παθητικών
    αιτιατική τους παθητικούς τις παθητικές τα παθητικά
     κλητική παθητικοί παθητικές παθητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παθητικός < αρχαία ελληνική παθητικός < πάσχω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παθητικός

  1. που είναι γεμάτος πάθος
    παθητική μουσική υπόκρουση
  2. που δέχεται εξωτερικά γεγονότα, πιέσεις κλπ χωρίς να αντιδρά
    η παθητική στάση αυτού του ανθρώπου με εκνευρίζει
  3. (γραμματική) για ρηματικό τύπο που δείχνει ότι το υποκείμενο δέχεται ενέργεια, παθαίνει κάτι
    ρήματα παθητικής διάθεσης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία