Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική μέσος μέση μέσο
γενική μέσου μέσης μέσου
αιτιατική μέσο μέση μέσο
κλητική μέσε μέση μέσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μέσοι μέσες μέσα
γενική μέσων μέσων μέσων
αιτιατική μέσους μέσες μέσα
κλητική μέσοι μέσες μέσα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέσος < αρχαία ελληνική μέσος < πρωτοελληνική *métsos < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *médʰyos ‎(μέσος) < *me-dʰi- ‎< *me ‎(με)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μέσος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέσος αρσενικό

  1. το μεγαλύτερο δάχτυλο από όλα και αυτό που βρίσκεται στη μέση
  2. παίχτης που τοποθετείται στο κέντρο του
αντίχειρας δείκτης μέσος παράμεσος μικρός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφές της λέξης μέσος: