Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέσα < αιτιατική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του επιθέτου μέσος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmɛ.sa/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μέσα άκλιτο

  1. στο εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου
    όταν ήμουν μέσα στο αεροπλάνο, η κλειστοφοβία μου ήταν έντονη
  2. με κατεύθυνση το εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου
    βάλε τις αποσκευές μέσα στο αυτοκίνητο
  3. σε κάποια κατάσταση
    έζησε μέσα τις κακουχίες
  4. σε κάποια χρονικά όρια
    θέλω να παραδώσω την εργασία μέσα σε ένα μήνα
  5. σε κάποια χρονική στιγμή
    θα κάνω διακοπές μέσα στον επόμενο μήνα
  6. δηλώνοντας συμμετοχή
    είναι μέσα στην ομάδα μας

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


πτώση πληθυντικός
ονομαστική μέσα
γενική μέσων
αιτιατική μέσα
κλητική μέσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μέσα ουδέτερο

  1. (ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό) τα σωθικά
  2. (άκλιτο) αυτό που βρίσκεται μέσα, στο εσωτερικό

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μέσα άκλιτο

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία