Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέσα < μεσαιωνική ελληνική μέσα < αιτιατική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του επιθέτου μέσος[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmɛ.sa/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μέσα

  1. στο εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου
    όταν ήμουν μέσα στο αεροπλάνο, η κλειστοφοβία μου ήταν έντονη
  2. με κατεύθυνση το εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου
    βάλε τις αποσκευές μέσα στο αυτοκίνητο
  3. σε κάποια κατάσταση
    έζησε μέσα τις κακουχίες
  4. σε κάποια χρονικά όρια
    θέλω να παραδώσω την εργασία μέσα σε ένα μήνα
  5. σε κάποια χρονική στιγμή
    θα κάνω διακοπές μέσα στον επόμενο μήνα
  6. δηλώνοντας συμμετοχή
    είναι μέσα στην ομάδα μας

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μέσα  τα μέσα 
      γενική του μέσα  των μέσα 
    αιτιατική το μέσα  τα μέσα 
     κλητική μέσα  μέσα 
ΑΚΛΙΤΟ
Παράρτημα:Ουσιαστικά

μέσα ουδέτεροάκλιτο

  1. τα σωθικά
  2. αυτό που βρίσκεται μέσα, στο εσωτερικό

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μέσα άκλιτο

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία