Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɪn/

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

in (en)

  • για πράγμα που περιέχεται μέσα σε κάτι άλλο
    in the box there were two old photographs
    μέσα στο κουτί βρίσκονταν δύο παλιές φωτογραφίες
  • για κάτι ή κάποιον που μπαίνει μέσα σε κάποιο μέρος
    she went in her room and closed the door behind her
    πήγε στο δωμάτιό της και έκλεισε την πόρτα πίσω της
  • μέσα σε ένα χρονικό διάστημα
    we'll hear the news in the next few days
    θα ακούσουμε τα νέα τις επόμενες μέρες
  • μετά από
    I have to leave in 5 minutes - πρέπει να φύγω σε 5 λεπτά
  • για πράγμα από ένα σύνολο παρόμοιων πραγμάτων
    there's a one in five chance of that happening
    η πιθανότητα του να γίνει αυτό είναι δύο στις τρεις
  • για πρόσωπο που βρίσκεται σε κάποια κατάσταση
    I'm not in the mood to go out tonight
    δεν είμαι στη φάση να βγούμε έξω απόψε
  • για αφηρημένο θέμα με το οποίο ασχολείται κάποιος
    he found solace in his studies
    βρήκε παρηγοριά στις σπουδές του
  • για μέσο
    do you ever dream in another language?
    ονειρεύεσαι ποτέ σε άλλη γλώσσα;

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

in (fr) άκλιτο

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

in (fr)

  • μέσα (χρησιμοποιείται για να στείλει τον αναγνώστη σε μια βιβλιογραφική πηγή)



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

in 

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

in (nl)