Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το όριο τα όρια
      γενική του ορίου
όριου
των ορίων
    αιτιατική το όριο τα όρια
     κλητική όριο όρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όριο < αρχαία ελληνική ὅριον, υποκοριστικό του ὅρος < πρωτοελληνική *wórwos < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *werw-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈo.ɾi.o/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

όριο ουδέτερο

  1. σύνορο
  2. (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) το σημείο που βρίσκεται στην άκρη ή σε κάποιον ακρότατο τόπο
  3. (μεταφορικά) ό,τι διαχωρίζει πράγματα, καταστάσεις, χρονικές περιόδους κ.λπ. ή βρίσκεται ανάμεσά τους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία