↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οριακός η οριακή το οριακό
      γενική του οριακού της οριακής του οριακού
    αιτιατική τον οριακό την οριακή το οριακό
     κλητική οριακέ οριακή οριακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οριακοί οι οριακές τα οριακά
      γενική των οριακών των οριακών των οριακών
    αιτιατική τους οριακούς τις οριακές τα οριακά
     κλητική οριακοί οριακές οριακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
οριακός < όριο + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική marginal)

  Επίθετο

επεξεργασία

οριακός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με (κάποια) όρια, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά
  2. που έχει σχέση με (κάποια) σύνορα, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά
     συνώνυμα: συνοριακός
  3. που έχει φτάσει σ’ ένα υψηλό σημείο και θα θέλαμε να μειωθεί ή σ’ ένα χαμηλό σημείο και θα θέλαμε να αυξηθεί
  4. (μεταφορικά) κρίσιμος

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία