Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στρώμα τα στρώματα
      γενική του στρώματος των στρωμάτων
    αιτιατική το στρώμα τα στρώματα
     κλητική στρώμα στρώματα
όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρώμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στρῶμα < στρώννυμι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈstɾo.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στρώ‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στρώμα ουδέτερο

  1. ειδική κατασκευή για να κοιμάται άνθρωπος
    Στρώμα ύπνου/θαλάσσης/αερόστρωμα κ.λπ.
  2. οτιδήποτε απλώνεται (συνήθως οριζόντια) σε διάφορα πάχη, πάνω ή κάτω από μια άλλη (ίσως και παρόμοια, όχι όμως ίδια) μορφή ύλης
    στρώμα ατμοσφαιρικό, γεωλογικό, προστατευτικό, χιονιού, σκόνης, βερνικιού
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε σχηματίζει στρώμα ή κοινωνικό στρώμα
  4. (μετεωρολογία) στον πληθυντικό, τα στρώματα, ειδική κατηγορία νεφών (<απόδοση του όρου stratus clouds) σε αντιδιαστολή προς τους σωρείτες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία