Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρώση < αρχαία ελληνική στρῶσις < στρώννυμι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στρώση θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία