Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρώνω < μεσαιωνική ελληνική στρώνω < ελληνιστική κοινή στρωννύω < αρχαία ελληνική στρώννυμι

  ΡήμαΕπεξεργασία

στρώνω, πρτ.: έστρωνα, στ.μέλλ.: θα στρώσω, αόρ.: έστρωσα, παθ.φωνή: στρώνομαι, π.αόρ.: στρώθηκα, μτχ.π.π.: στρωμένος

  1. απλώνω κάτι σε μια επιφάνεια καλύπτοντάς την
    έστρωσα το τραπεζομάντηλο για να φάμε
  2. καλύπτω μια επιφάνεια απλώνοντας κάτι επάνω της
    θα στρώσει την αυλή με πλάκες Καρύστου
  3. στρώνω το δρόμο: προσφέρω κάτι έτοιμο σε κάποιον, προετοιμάζω κάτι για κάποιον
    με τις αλλεπάλληλες παρατηρήσεις της μου έστρωσε το δρόμο για να καταλάβω
  4. τοποθετώ ή συγυρίζω τα σκεπάσματα (στο κρεβάτι)
    στρώσαμε μαζί το κρεβάτι την τελευταία φορά
  5. συμμορφώνω, κάνω κάποιον να φέρεται σωστά
    δε θα κάνεις ό,τι θέλεις, θα σε στρώσω!
  6. στρώνω κάποιον (στη δουλειά): αναγκάζω κάποιον να γίνει εργατικός ή να δουλέψει περισσότερο
    αφού δε διαβάζει, θα τον στρώσω να δουλέψει
  7. έχω καλή εφαρμογή (για ρούχα, υφάσματα)
    σου στρώνει ωραία αυτό το πουκάμισο
  8. γίνομαι καλύτερος, βελτιώνομαι, ενεργώ όπως πρέπει
    νέος είναι, θα στρώσει!
  9. γίνομαι καλύτερος, βελτιώνομαι (για τον καιρό)
    θέλεις να πάμε βόλτα, όταν στρώσει ο καιρός;
  10. τό 'στρωσε: το χιόνι κάλυψε το έδαφος
  11. επιδίδομαι με ζήλο σε κάτι, αφοσιώνομαι
    στρώθηκε στο διάβασμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία