Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατάστρωμα τα καταστρώματα
      γενική του καταστρώματος των καταστρωμάτων
    αιτιατική το κατάστρωμα τα καταστρώματα
     κλητική κατάστρωμα καταστρώματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατάστρωμα < αρχαία ελληνική κατάστρωμα < καταστρώννυμι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατάστρωμα ουδέτερο

  1. δάπεδο σε πλοίο που το διαχωρίζει οριζόντια σε επίπεδα
    η συγκέντρωση των επιβατών έγινε τελικά στο τρίτο κατάστρωμα
  2. ταξιδιωτική θέση σε πλοίο (συνήθως η τρίτη ή η τουριστική χωρίς κρεββάτι)
    θέλετε να σας κόψω κατάστρωμα που είναι και πιο φτηνό;
  3. (σπάνιο) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταστρώνω
    Εναλλακτικές μορφές: κατάστρωση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία