Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμμορφώνω < (ελληνιστική κοινήσυμμορφόω / συμμορφῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

συμμορφώνω (παθητική φωνή: συμμορφώνομαι)

  1. κάνω τη συμπεριφορά κάποιου να εναρμονιστεί με κάποιο υπόδειγμα, κανόνα ή υπόδειξη και να διορθωθεί
  2. συνετίζω, σωφρονίζω
  3. ευπρεπίζω, τακτοποιώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία