Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμμορφώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος συμμορφώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

συμμορφώνομαι

  • αλλάζω τη συμπεριφορά μου, ώστε να είναι συμβατή με κάποια αρχή
    Συμμορφώθηκα με τον κανονισμό του τρένου και έσβησα το τσιγάρο.

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία