Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνετίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

συνετίζω

  • δίνω σε κάποιον συμβουλές για να τον σωφρονίσω, να τον επαναφέρω στην τάξη


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία