Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλινοστρωμνή < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλινοστρωμνή θηλυκό

  • οτιδήποτε στρώνουμε πάνω στο κρεβάτι για ύπνο από κάλυμμα μέχρι σεντόνι, κουβέρτες και μαξιλάρια.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία