Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sɛt/
 Audio (US)βοήθεια, αρχείο

  ΡήμαΕπεξεργασία

set (en)

  1. (μεταβατικό) βάζω κάτι κάτω, τοποθετώ
    Set the tray there.
  2. (μεταβατικό) προσδιορίζω
    to set the rent
  3. (μεταβατικό) βάζω, ρυθμίζω
    I set the alarm at 6 a.m.
  4. (μεταβατικό) μπήγω ένα καρφί σε ξύλο, ώστε το κεφάλι του να είναι κάτω από την επιφάνεια
  5. (μεταβατικό) ετοιμάζω το τραπέζι
    Please set the table for our guests.
  6. (μεταβατικό) περιγράφω κάτι εισαγωγικά
    I’ll tell you what happened, but first let me set the scene.
  7. (μεταβατικό) τοποθετώ (πχ την υπόθεση ενός έργου)
    He says he will set his next film in France.
  8. (μεταβατικό) φτιάχνω (σταυρόλεξο)
  9. (μεταβατικό) ετοιμάζω το σκηνικό ενός έργου
  10. (μεταβατικό) τακτοποιώ
    It was a complex page, but he set it quickly.
  11. (μεταβατικό) αναθέτω εργασία
    The teacher set her students the task of drawing a foot.
  12. (αρχαϊκό) κάθομαι
    He set down on the stool in the corner of the room.
  13. (βόλεϋ) στρώνω τη μπάλα σε ένα συμπαίκτη για μία επίθεση
  14. (αμετάβατο) στερεοποιούμαι
    The glue sets in 4 minutes.
  15. (αμετάβατο) για ένα ουράνιο σώμα, δύω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

set (en)

  1. σύνολο, σετ
    a set of tables
      συνώνυμα: suite
  2. συλλογή, σετ
    a set of tools
  3. ένα αντικείμενο που αποτελείται από διάφορα μέρη
    a set of steps
  4. (μαθηματικά) σύνολο, μαθηματικό αντικείμενο συνισταμένο από διακριτά αντικειμένα
  5. παρέα
    the country set
  6. ένα εργαλείο που βοηθάει για να μπήξουμε βαθιά ένα καρφί σε ξύλο, ζουμπάς για καρφιά
    nail set
  7. το σκηνικό
      συνώνυμα: scenery
  8. (χορός) ο αρχικός ή κύριος σχηματισμός των χορευτών
  9. (τένις, βόλεϋ) σετ
  10. δέκτης
    television set

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

set (en)

  1. έτοιμος, προετοιμασμένος
  2. αποφασισμένος για κάτι
    set on getting to his destination
  3. προκαθορισμένος
    a set menu
  4. σταθερός σε μία άποψη
    I’m dead set against the idea of smacking children to punish them.
  5. (για τα μαλλιά) χτενισμένα με ένα συγκεκριμένο στιλ

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

set < αγγλική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
set sets

set (fr) αρσενικό

  1. (τένις, βόλεϋ) σετ
  2. όλα τα πετσετάκια ενός σερβίτσιου που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αντί για (ή πάνω σε) ένα τραπεζομάντηλο
      συνώνυμα: set de table
  3. (ειδικότερα) ένα απ' αυτά τα πετσετάκια

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία



Καταλανικά (ca) Επεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

set (ca)



Οξιτανικά (oc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

set (oc)

  1. η δίψα