Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βολβός οι βολβοί
      γενική του βολβού των βολβών
    αιτιατική τον βολβό τους βολβούς
     κλητική βολβέ βολβοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βολβός < αρχαία ελληνική βολβός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /volˈvos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βολβός αρσενικό

  1. ο υπόγειος βλαστός μερικών φυτών που εκτελεί αποταμιευτική λειτουργία, καλύπτεται από χιτώνες σε πολλές στρώσεις ή φολίδες, έχει σφαιρικό σχήμα και καταλήγει σε μια οξεία προεξοχή (οφθαλμό), από την οποία αναπτύσσεται ο υπέργειος βλαστός
  2. (κατ’ επέκταση) το φυτό που έχει τέτοιο υπόγειο βλαστό
  3. (ανατομία) σφαιρικό όργανο του σώματος
    ο βολβός του ματιού

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βολβός οἱ βολβοί
      γενική τοῦ βολβοῦ τῶν βολβῶν
      δοτική τῷ βολβ τοῖς βολβοῖς
    αιτιατική τὸν βολβόν τοὺς βολβούς
     κλητική ! βολβέ βολβοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βολβώ
γεν-δοτ τοῖν  βολβοῖν
2η κλίση, ομάδα «ναός» Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βολβός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βολβός