Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελοποιώ < μέλος (λυρικό άσμα, μελωδία) + ποιώ (φτιάχνω, κάνω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

μελοποιώ

  1. μετατρέπω ένα κείμενο σε τραγούδι προσθέτοντας τη μουσική στους στίχους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία