↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σταθερός η σταθερή το σταθερό
      γενική του σταθερού της σταθερής του σταθερού
    αιτιατική τον σταθερό τη σταθερή το σταθερό
     κλητική σταθερέ σταθερή σταθερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σταθεροί οι σταθερές τα σταθερά
      γενική των σταθερών των σταθερών των σταθερών
    αιτιατική τους σταθερούς τις σταθερές τα σταθερά
     κλητική σταθεροί σταθερές σταθερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σταθερός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σταθερός < θέμα σταθ- + -ερός

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /sta.θeˈɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στα‐θε‐ρός

  Επίθετο

επεξεργασία

σταθερός, -ή, -ό

  1. που δε μετακινείται
    1. που στέκεται χωρίς να μετακινείται ή να πέφτει
       συνώνυμα: που έχει ευστάθεια
    2. που η κατάστασή του παραμένει ίδια
      έχω σταθερή δουλειά και σταθερό εισόδημα
  2. που δεν παρεκκλίνει από τις αρχές του και τη στάση που έχει υιοθετήσει

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
στᾰθερο-
ονομαστική σταθερός σταθερᾱ́ τὸ σταθερόν
      γενική τοῦ σταθεροῦ τῆς σταθερᾶς τοῦ σταθεροῦ
      δοτική τῷ σταθερ τῇ σταθερ τῷ σταθερ
    αιτιατική τὸν σταθερόν τὴν σταθερᾱ́ν τὸ σταθερόν
     κλητική ! σταθερέ σταθερᾱ́ σταθερόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ σταθεροί αἱ σταθεραί τὰ σταθερᾰ́
      γενική τῶν σταθερῶν τῶν σταθερῶν τῶν σταθερῶν
      δοτική τοῖς σταθεροῖς ταῖς σταθεραῖς τοῖς σταθεροῖς
    αιτιατική τοὺς σταθερούς τὰς σταθερᾱ́ς τὰ σταθερᾰ́
     κλητική ! σταθεροί σταθεραί σταθερᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ σταθερώ τὼ σταθερᾱ́ τὼ σταθερώ
      γεν-δοτ τοῖν σταθεροῖν τοῖν σταθεραῖν τοῖν σταθεροῖν
Και θηλυκό σε , ιωνικός τύπος .
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σταθερός, ήδη τον 6ο/5ο αιώνα < θέμα σταθ- (→ δείτε  ἵστημι, ἵσταμαι) + -ερός

  Επίθετο

επεξεργασία

σταθερός, -ά, -όν και ιωνικός τύποςθηλυκού

  1. σταθερός, ασάλευτος, που δεν κινείται
    ※  6ος/5ος αιώνας πκε Αισχύλος, Αποσπάσματα A. Fr. 276, σελ.222 στο Æschyli Tragœdiæ quæ supersunt deperditarum fabularum fragmenta et scholia Græca, τεύχος 1, τόμος 8, επιμ. Stanley, Butler, 1816]
    σταθεροῦ χεύματος (σταθερού ρεύματος)
     αντώνυμα: ἄστατος
  2. (μετεωρολογία) γαλήνιος (καιρός)
  3. γαλήνιος

Εκφράσεις

επεξεργασία

Παράγωγα

επεξεργασία