Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

stable (en)

  1. ο στάβλος
  2. (στις ιπποδρομίες) τα άλογα που ανήκουν σε έναν συγκεκριμένο ιδιοκτήτη

  ΡήμαΕπεξεργασία

stable (en)

  1. σταβλίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

stable (en)

  1. σταθερός, ευσταθής, μη υποκείμενος σε αλλαγές



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

stable < λατινική stabilis

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /stabl/
stable 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
stable stables

stable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία