Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στάβλος οι στάβλοι
      γενική του στάβλου των στάβλων
    αιτιατική τον στάβλο τους στάβλους
     κλητική στάβλε στάβλοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στάβλος < ελληνιστική κοινή στάβλος (αρσενικό) < στάβλον (ουδέτερο) < λατινική stabulum < sto + -bulum < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steh₂-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στάβλος αρσενικό

  1. σκεπασμένος χώρος με ειδικές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιείται σαν κατάλυμα για ζώα
  2. (μεταφορικά) πολύ βρόμικο δωμάτιο ή χώρος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία