Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φάτνη οι φάτνες
      γενική της φάτνης των (φατνών)
    αιτιατική τη φάτνη τις φάτνες
     κλητική φάτνη φάτνες
Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
φάτνη (3)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φάτνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φάτνη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰendʰ- (δένω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φάτνη θηλυκό

  1. (λόγιο) το παχνί, η κατασκευή που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση τροφής ζώων
  2. (κατ’ επέκταση) η φάτνη που χρησιμοποιήθηκε για κούνια του νεογέννητου Χριστού
  3. (κατʼ επέκταση) διόραμα θείας φάτνης, κάθε αναπαράσταση του στάβλου που γεννήθηκε ο Χριστός, στην οποία συνυπάρχουν τουλάχιστον το Θείο Βρέφος και η Παναγία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
φᾰτνα-
ονομαστική φάτνη αἱ φάτναι
      γενική τῆς φάτνης τῶν φατνῶν
      δοτική τῇ φάτν ταῖς φάτναις
    αιτιατική τὴν φάτνην τὰς φάτνᾱς
     κλητική ! φάτνη φάτναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φάτν
γεν-δοτ τοῖν  φάτναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φάτνη θηλυκό

  1. η φάτνη, η ταΐστρα των ζώων
    φάτναι Ζηνὸς (φάτνες του Δία: για το παχνί του Πήγασου)
    ※  καὶ τὴν σκηνὴν τὴν Μαρδονίου οὗτοι ἦσαν οἱ διαρπάσαντες͵ τά τε ἄλλα ἐξ αὐτῆς καὶ τὴν φάτνην τῶν ἵππων͵ ἐοῦσαν χαλκέην πᾶσαν καὶ θέης ἀξίην. Τὴν μέν νυν φάτνην ταύτην τὴν Μαρδονίου ἀνέθεσαν ἐς τὸν νηὸν τῆς Ἀλέης Ἀθηναίης Τεγεῆται (Ηρόδοτος, 9.70)
  2. το φάτνωμα
  3. το φατνίο (των σιαγόνων)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία